Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ.κ. ΣΥΜΕΩΝ εις το ετήσιο μνημόσυνο του μακαριστού Μητροπολίτου Κυρού ΙΕΡΟΘΕΟΥ

symewn

Τελούμε σήμερα,

Σεβασμιώτατοι εν Χριστώ αδελφοί,

Προσφιλέστατοι συμπρεσβύτεροι

και Διάκονοι,

Οσιώτατοι μοναστές και μονάστριες,

Εντιμότατοι άρχοντες και

αγαπητοί αδελφοί Χριστιανοί,

Τελούμε σήμερα παν­δή­μως το ετήσιο μνημόσυνο του μακαριστού Μητροπολίτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγί­νης και πο­λυ­σε­βά­στου γέ­ρο­ντός μας κυ­ρού ΙΕΡΟΘΕΟΥ.

Τελούμε το μνημόσυνο του αοιδίμου Ιε­ράρ­χου κατά χρέος τιμής και αγάπης, ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας τα λόγια του σοφού της Παλαιάς Διαθήκης : «Ουκ α­πο­στή­σε­ται το μνη­μό­συ­νον αυ­τού, και το όνομα αυ­τού ζή­σε­ται εις γε­νε­άς γε­νε­ών. Την σο­φί­αν αυ­τού δι­η­γή­σο­νται έ­θνη, και τον έ­παι­νον αυ­του ε­ξαγ­γε­λεί εκ­κ­λη­σί­α» (Σοφ. Σειρ. 39, 9-10). Δηλαδή : Η μνήμη του δεν θα χαθεί και το ό­νο­μά του θα ζει εις γε­νε­άς γε­νε­ών. Οι λαοί θα διηγούνται τη σοφία του και η Εκ­κ­λη­σί­α θα αναγγέλλει τον έ­παι­νό του.

Τελούμε το μνημόσυνο του αοιδίμου επισκόπου και ποι­μέ­νος μας για να εμπνευστούμε από τη θε­ο­φι­λή πολιτεία του κατά την προτροπή του Α­πο­στό­λου των εθνών : «Μνη­μο­νεύ­ε­τε των ηγουμένων υ­μών, οί­τι­νες ε­λά­λη­σαν υ­μιν τον λό­γον του Θε­ού, ων α­να­θε­ω­ρού­ντες την έκ­βα­σιν της α­να­στρο­φής μι­μεί­σθε την πί­στιν» (Ε­βρ. 13,7).

Τελούμε το ετήσιο μνη­μό­συ­νό του, όπως και την ε­ξό­δι­ο Α­κο­λου­θί­α του, σ᾽ αυτόν τον με­γα­λό­πρε­πο προ­σκυ­νη­μα­τι­κό Ναό, που εκείνος ο­ρα­μα­τί­στη­κε και με ένθεο ζήλο και πολλούς κόπους ανήγειρε εις τιμήν και μνήμην του εν αγί­οις Πατρός ημών Νε­κτα­ρί­ου, επισκόπου Πε­ντα­πό­λε­ως, του νε­ο­φα­νους και θαυματουργού Αγίου των νεωτέρων χρόνων μας.

Ε­πι­τρέ­ψα­τέ μου, λοιπόν, προ­σφι­λείς αδελφοί και αδελφές, εν πνεύ­μα­τι μαθητείας και με κάθε δυνατή συντομία να προ­σεγ­γί­σου­με την ο­σι­α­κή μορφή του αοιδίμου Ι­ε­ράρ­χου, αφού όπως γράφει ο Μέγας Βα­σί­λει­ος «η των ευ­πο­λι­τεύ­των αν­δρών ι­στο­ρί­α οί­όν τι φώς τοις σω­ζο­μέ­νοις προς την του βί­ου ο­δόν ε­μποι­εί» (Ο­μιλ. 18 εις Γόρ­δι­ον μάρ­τυ­ρα 1, ΒΕ­ΠΕΣ 54, 164).

* * *

Ο Ύδρας Ι­ε­ρό­θε­ος υπήρξε μι­α σπάνια ι­ε­ραρ­χι­κή μορφή, αληθινό κόσμημα της ελλαδικής Ι­ε­ραρ­χί­ας των χρόνων του. Ο Θεός τον είχε προικίσει με πολλά χαρίσματα. Και είχε την ξεχωριστή ευλογία να ανατραφεί πνευματικά κοντά σε ανθρώπους της Εκ­κ­λη­σί­ας, όπως ο μακαριστός πνευματικός του πατέρας, ο πολύς Αρ­χιμ. Γερ­βά­σι­ος Πα­ρα­σκευ­ό­που­λος.

Πέρα και πάνω όμως από την συμβολή του πνευματικού πε­ρι­βάλ­λο­ντος στο οποίο βρέθηκε, ήταν η χάρη του Θεού που τον είχε ε­πι­σκι­ά­σει και ο δι­κός του ισόβιος πνευματικός αγώνας, που συ­νε­τέ­λε­σαν στη δι­α­μόρ­φω­ση της α­κτι­νο­βό­λου ι­ε­ρα­τι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τάς του. Σημειώνω μερικά από τα έκδηλα γνωρίσματα της προ­σω­πι­κό­τη­τάς του, που εύκολα δι­α­πί­στω­ναν ό­σοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν και να τον αναστραφούν.

1. Ο Μη­τρο­πο­λί­της Ύδρας Ι­ε­ρό­θε­ος διέθετε ι­ε­ραρ­χι­κή στόφα. Α­ντι­κρύ­ζο­ντάς τον συ­νει­δη­το­ποι­ού­σες ότι α­πέ­να­ντί σου είχες έναν αληθινό ι­ε­ράρ­χη, που εξέπεμπε μι­α α­νε­πι­τή­δευ­τη πνευματική αρχοντιά στο πα­ρου­σι­α­στι­κό του, στις κινήσεις του, στα λόγια του. Σεμνός, ι­ε­ρο­πρε­πής, μετρημένος σε όλα του, με ασκητικό πρόσωπο, καθαρά μάτια και φωτεινό βλέμμα. Προ­ση­νής στην ε­πι­κοι­νω­νί­α του με τους άλλους, γλυκύς στους τρόπους, δι­αλ­λα­κτι­κός στις απόψεις του, σταθερός στις αρχές του, αυστηρός στο ήθος, είχε το χάρισμα να ε­πι­βάλ­λε­ται. Να εμπνέει σεβασμό. Να κατευθύνει τη συζήτηση. Να ανεβάζει το επίπεδο του διαλόγου. Να οικοδομεί με τον «α­λα­τι ηρ­τυ­μέ­νο» (Κολ. 4,6) λόγο του. Ο Ύδρας Ι­ε­ρό­θε­ος ήταν ένας άρχοντας Ιεράρχης χωρίς τύφο και έπαρση, προσποίηση η διάθεση ε­πι­δεί­ξε­ως.

2. Ως λειτουργός ο μακαριστός γέροντας ήταν α­πα­ρά­μιλ­λος, αληθινός μυσταγωγός. Η ώρα της λατρείας και ι­δι­αί­τε­ρα η τέλεση της θείας Λειτουργίας ήταν κατ᾽ εξοχήν ο χρόνος και ο τόπος που α­πε­κά­λυ­πταν την αρχοντιά που τον διέκρινε και την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα από την οποία ε­νε­φο­ρεί­το. Ακρίβεια, ι­ε­ρο­πρέ­πει­α, σε­μνό­της, προσοχή, προσήλωση, συναίσθηση ήταν τα εμφανή χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του Ι­ε­ρο­θέ­ου ως λειτουργού.

Είχε φόβο Θεού, αίσθηση του ιερού, επίγνωση των δρωμένων. Με τη λειτουργική του παρουσία ενέπνεε τους συλλειτουργούς του —όποιοι κι αν ήταν αυτοί, επίσκοποι, πρεσβύτεροι, διάκονοι— και βοηθούσε τους πιστούς που παρίσταντο να συμμετέχουν εν κα­τα­νύ­ξει στα τελούμενα. Στο πρόσωπο του λειτουργού Ι­ε­ρο­θέ­ου η με­γα­λο­πρέ­πει­α της ορθοδόξου λατρείας ήταν α­ξε­χώ­ρι­στα συ­νυ­φα­σμέ­νη με την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, την ι­ε­ρο­πρέ­πει­α, τη σεμνότητα, την κατάνυξη. Χρόνος, ρυθμός, άμφια, κινήσεις, ψαλ­μω­δί­α όλα υπή­κου­αν στην πραγμάτωση της αποστολικής προτροπής : «Λα­τρεύ­ω­μεν ευα­ρέ­στως τω Θε­ώ με­τά αι­δούς και ευ­λα­βεί­ας» (Ε­βρ. 12,28).

3. Ο μακαριστός Ι­ε­ράρ­χης υ­πήρ­ξε και ακάματος εργάτης του θείου λόγου. Βαθύς γνώστης ο ίδιος της Αγίας Γραφής και ακούραστος μελετητής της πατερικής σοφίας, πίστευε στη δύναμη του εκ­κ­λη­σι­α­στι­κού κηρύγματος. Και γι᾽ αυτό πάντοτε —ακόμη και σε δευ­τε­ρεύ­ου­σες και ο­λι­γάν­θρω­πες εκ­κ­λη­σι­α­στι­κές συνάξεις— δεν παρέλειπε να ομιλεί.

Ο λόγος του ήταν ρέων, λιτός, σαφής, σεμνός, χωρίς στόμφο και διάθεση επιδείξεως. Η ε­πι­δί­ω­ξή του ήταν να οι­κο­δο­μή­σει το εκ­κ­λη­σί­α­σμα και όχι να ε­ντυ­πω­σι­ά­σει. Ενώ συχνά είχε και παλμό και εξέπεμπε δύναμη, παρέμενε πάντοτε λόγος εκ­κ­λη­σι­α­στι­κός· ξένος προς κάθε δη­μα­γω­γι­κό στοιχείο και τα τεχνάσματα της ρητορικής.

Τα προσωπικά του πνευματικά βιώματα, η ασκητική ζωή του, ο πόθος της βασιλείας του Θεού που τον συνείχε, η επίγνωση της μα­ται­ό­τη­τας των εγκοσμίων πού είχε, προσέδιδαν στις ομιλίες του μια α­συ­νή­θι­στη πνευματική χάρη και ο λόγος του ασκούσε βαθειά επίδραση στις καρδιές των ακροατών του. Εξέπεμπε μια τέτοια δύναμη που έπειθε τον νου, αι­χμα­λώ­τι­ζε την καρδιά και ανέπαυε το πνεύμα εκείνων που τον άκουγαν. Μπορούμε και στην περίπτωση του μακαριστού γέροντος να ι­σχυ­ρι­στού­με α­να­λο­γι­κά αυτό που σημειώνει ο ευ­αγ­γε­λι­στής Ματθαίος για τον τρόπο δι­δα­σκα­λί­ας του Κυρίου μας : «Ήν γαρ δι­δά­σκων αυ­τούς ως ε­ξου­σί­αν έ­χων, και ουχ ως οι γραμ­μα­τείς» (Ματ­θ. 7,29).

4. Ο Ύδρας Ι­ε­ρό­θε­ος υπήρξε ακόμη και άνθρωπος προσευχής. Αγαπούσε την προσευχή. Εκτιμούσε βαθειά την αξία της. Υ­πο­λό­γι­ζε στη δύναμη της. Αφιέρωνε χρόνο για την άσκηση της. Συνιστούσε ενθέρμως και στους άλλους να προσεύχονται. Ενδείξεις και μαρτυρίες μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και νύχτες ολόκληρες παρέμενε άυπνος, α­φι­ε­ρώ­νο­ντας τον γαλήνιο χρόνο της νύχτας στην προσευχή. Πρα­γμα­το­ποι­εί­το και στο πρό­σω­πό του αυτό που σημειώνει ο ιερός Λουκάς για τον Κύ­ρι­ό μας Ιησού Χριστό : «και ήν δι­α­νυ­κτε­ρεύ­ων εν τη προ­σευ­χή του Θε­ού» (Λουκ. 6,12).

Η πίστη του στην αξία της προσευχής και η αγάπη του γι᾽ αυτήν εκ­δη­λω­νό­ταν σε κάθε στιγμή της αρ­χι­ε­ρα­τι­κής ζωής και δι­α­κο­νί­ας του. Προ­σευ­χό­ταν θερμά για όλους και για όλα. Μνημόνευε στην Πρό­θε­ση εν α­γά­πη τους πάντες και τα πάντα. Καθετί που σκεπτόταν να ενεργήσει ως επίσκοπος και υπεύθυνος ποιμένας το καθιστούσε κατ᾽ αρχήν αντικείμενο προσευχής.

5. Παράλληλα με τα παραπάνω γνωρίσματα, ο Ι­ε­ρό­θε­ος υπήρξε και ι­κα­νό­τα­τος στη διοίκηση και ι­δι­αι­τέ­ρως απο­τε­λε­σμα­τι­κός σε έργα ευ­ποι­ίας. Αψευδείς μάρτυρες τα όσα με πολλούς κόπους επέτυχε να δη­μι­ουρ­γή­σει στη Μη­τρό­πο­λή του και τα οποία κα­τα­δει­κνύ­ουν όχι μόνο τον ζήλο, την αγάπη και την συ­μπά­θει­ά του προς τον πάσχοντα άνθρωπο, αλλά και το δη­μι­ουρ­γι­κό πνεύμα και τις πολλές πρακτικές ι­κα­νό­τη­τές του. Ευ­μοί­ρη­σε να έχει πολλούς και καλούς συνεργάτες. Και αξιώθηκε να δει τέσσερις εκ των κληρικών που χει­ρο­τό­νη­σε να α­να­δει­κνύ­ο­νται επίσκοποι της Εκ­κ­λη­σί­ας μας.

*

Σε η­λι­κί­α ογδόντα ετών και μετά από τρι­α­ντα­τρί­α χρόνια ποι­μα­ντο­ρί­ας στον Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Θρόνο της Ύδρας ο μακαριστός γέροντας υπέβαλε την πα­ραί­τη­σή του για λόγους υγείας στις 14 Δε­κεμ­βρί­ου 2000. Μί­α επιπλέον πράξη που α­πο­δει­κνύ­ει το βαθύ αίσθημα ευθύνης που πάντοτε τον διέκρινε έναντι της αγίας Εκ­κ­λη­σί­ας μας και του υψηλού λει­τουρ­γή­μα­τός του που εκείνη του ε­μπι­στεύ­θη­κε.

Στα χρόνια που α­κο­λού­θη­σαν μέχρι την εκ­δη­μί­α του (15 Ι­ου­λί­ου 2008) ο σεπτός Ιεράρχης παρέμεινε εφη­συ­χά­ζων κατά βά­σιν στο ε­πι­σκο­πεί­ο της Αίγινας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε παύσει να εν­δι­α­φέ­ρε­ται για τα γε­νι­κό­τε­ρα ζητήματα της Εκ­κ­λη­σί­ας και ειδικότερα για κεί­να που αφορούσαν τον κλήρο, τους πιστούς, τα ιδρύματα και τη ζωή των τοπικών κοινωνιών των νησιών του Σα­ρω­νι­κού.

Υπέμεινε α­γόγ­γυ­στα τον κόπο του τιμίου γή­ρα­τός του και τη δο­κι­μα­σί­α των διαφόρων ασθενειών του. Δι­α­τή­ρη­σε τη διαύγεια του πνεύ­μα­τός του και την ι­κα­νό­τη­τα ε­πι­κοι­νω­νί­ας μέχρι τέλους, παρά τα κινητικά προβλήματα, την εκφραστική δυσκολία και τη μείωση της οράσεως του. Η αγάπη του προς τον Χριστό, η δύναμη της πίστεώς του, η ειρήνη της συ­νει­δή­σε­ώς του, ο πόθος της βασιλείας του Θεού τον δι­α­τη­ρού­σαν ήρεμο, γαλήνιο, α­να­μέ­νο­ντα ανά πά­σαν ώρα την εκ­δη­μί­α του από τον παρόντα κόσμο και την είσοδο του στην αιώνια κατάπαυση της Βασιλείας του Θεού.

Είναι βέβαιο ότι ως «παρ­ρη­σί­αν έ­χων προς τον Θε­όν» (Α­’ Ι­ω. 3,21) εύ­χε­ται για όλους μας. Και το πα­ρά­δει­γμά του, τα ίχνη της θεοφιλούς πολιτείας του, αποτελούν και θα ε­ξα­κο­λου­θή­σουν να αποτελούν πηγή έμπνευσης και στη­ρι­γμού ημών «των πε­ρι­λει­πο­μέ­νων» (Α­’ Θεσ­σ. 4,15).

Ι­Ε­ΡΟ­ΘΕ­ΟΥ αρ­χι­ε­ρέ­ως, του σεπτού και α­δα­μα­ντί­νου Ι­ε­ράρ­χου της Ύδρας και αξι­ο­σε­βά­στου γέ­ρο­ντός μας, αιωνία η μνήμη!

Δεν υπάρχουν σχόλια: